ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Με τα δόντια

Το έργο του Αμερικανού πολυβραβευμένου συγγραφέα Θόρντον Ουάιλντερ, «Με τα δόντια (The Skin of our Teeth)» ανήκει στο είδος της Μαύρης Κωμωδίας, στην οποία υποβόσκει πάντοτε ένας βαθύς και στοχαστικός πυρήνας της ανθρώπινης δραματικότητας.

Η περιοδολόγηση του έργου γίνεται σε τρεις εποχές, την εποχή των παγετώνων, την εποχή του κατακλυσμού και την εποχή του πολέμου. Αναβαθμοί και της ερμηνείας του κόσμου: φύση, θεοί, άνθρωπος. Και στις τρεις φάσεις της συνολικής ανθρώπινης ιστορίας, ο άνθρωπος, που συμβολικά στο έργο δηλώνεται με την κυτταρική της θεσμική μορφή, την οικογένεια (του κυρίου Ανθρώπου), επιβιώνει μόλις «με τα δόντια».

Πάνω σε ένα πλανητικό σκηνικό, μορφές αλληγορικές, συμβολικές, διαφορετικές σε κάθε πράξη, προϊστορικά όντα, πρόσφυγες, Νέγρος, Πολίτες, Σύνεδροι και οι μεταμορφούμενοι εξατομικευμένοι ήρωες αποκαλύπτουν τη μυθική και την ιστορική περιπέτεια του ανθρώπινου γένους: ριγμένου στον ίδιο αιφνιδιασμό του κακού, στην παγίδα των ίδιων και απαράλλαχτων εκτροπών και στην ίδια αγωνία, να επιβιώσουν των δεινών. Ο συγγραφέας παίζει έτσι με την προαιώνια, ατελή ανθρώπινη φύση, είρων απέναντι στο φόβο, την πονηριά, την ιδιοτέλεια, την ανευθυνότητα, την άφρονα πορεία του.

Αποτελεί μια σπονδυλωτή, θεατρική αφήγηση της ιστορίας του ανθρώπου στη διαχρονία της και επιβάλλει το φιλοσοφικό ερώτημα, που διαπερνάει όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς: «γιατί η διαχρονική εμμονή του ανθρώπου στην τραγωδία της καταστροφής;»

Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται από πολύ πίσω και πιο συγκεκριμένα από… την αρχή των πάντων. Παρακολουθούμε την οικογένεια Ανθρώπου, πρωταρχικό κύτταρο του ανθρώπινου γένους, καθώς ταξιδεύει μέσα στο χρόνο και τις καταστροφές παραμένοντας ουσιαστικά ίδια και απαράλλακτη. Στην πρώτη πράξη μεταφερόμαστε στην Εποχή των Παγετώνων, στη δεύτερη βρισκόμαστε σε ένα παραθαλάσσιο σκηνικό πριν από ένα μεγάλο κατακλυσμό με τον πατέρα της οικογένειας να κατέχει την ιδιότητα του Προέδρου των Θηλαστικών και στην τρίτη πηγαίνουμε πίσω στα συντρίμμια του σπιτιού της πρώτης πράξης, αυτή τη φορά όμως μετά από έναν πολυετή πόλεμο. Πολλά αλλάζουν μέσα στους αιώνες, η οικογένεια Ανθρώπου διατηρείται ωστόσο αναλλοίωτη χωρίς να μαθαίνει τίποτα από τα λάθη της και συνεχίζει με την ίδια υπεροψία σαν να είναι το επίκεντρο του κόσμου με οτιδήποτε γυρίζει γύρω τους να αποτελεί υποχείριό τους.

 

 

Η Μεταμόρφωση του Κάφκα από το θέατρο Πήγασος: Μια καλοδουλεμένη παράσταση με σεβασμό στο κείμενο και ανανεωμένη αισθητικη.

Ο Κάφκα ξεκινάει το κείμενό του με την πασίγνωστη πια σκηνή: «Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρήκε τον εαυτό του στο κρεβάτι, μεταμορφωμένο σε ένα τεράστιο απεχθές ζωύφιο». Στα γερμανικά— υποστηρίζει ο σκηνοθέτης και μεταφραστής Σάββας Στρούμπος στη μετάφραση και τις σκηνοθετικές οδηγίες του οποίου στηρίζεται η παράσταση του Πήγασου— η έκφραση είναι ungeheueren Ungeziefer δηλαδή,  ένα τεράστιο απεχθές βδέλυγμα. Εμείς το μεταφράσαμε «τεράστιο απεχθές ζωύφιο» (και όχι κατσαρίδα).

Η ιστορία με λίγα λόγια έχει ως εξής: ο νεαρός υπάλληλος Γκρέγκορ, συνετός, εργατικός υπάλληλος, καλός γιος και αδελφός, ξυπνάει μια μέρα μεταμορφωμένος. Αδυνατεί φυσικά να πάει στη δουλειά με αποτέλεσμα να κατηγορείται συνεχώς από τον διευθυντή του αλλά και κατόπιν από τον πατέρα του και την οικογένειά του σαν τεμπέλης. Η αλλαγή αυτή μετατρέπει τον ευγενικό και εργατικό Γκρέγκορ Σάμσα σε αποδιοπομπαίο τράγο: αυτός που έκανε τα πάντα ώστε να εξωφλήσει τα χρέη τού πατέρα του και να  ζει η οικογένειά του σε ένα καλό διαμέρισμα και να απολαμβάνει τις καθιερωμένες αστικές αρετές και ανέσεις μεταπίπτει στην κατηγορία του εχθρού, του ζώου εν προκειμένου. Η αρχική ενόχληση γίνεται αποστροφή και στο τέλος οδηγεί την οικογένεια στην εξόντωση του θεωρητικώς αγαπημένου γιου.

Πρόκειται για μια τραγωδία, μια αστική ανθρώπινη τραγωδία η οποία εκδόθηκε πριν από ακριβώς εκατό χρόνια, αλλά η οποία διατηρεί, φευ, τα ίδια ανεξάντλητης ειλικρίνειας χαρακτηριστικά του σύγχρονου τρόπο ζωής (εργασία, επιχειρηματικός τρόπος του αντιλαμβάνεσθαι τον άνθρωπο ως εργαζόμενο, ασφυξία της οικογένειας, αρνητικό πατριαρχικό μοντέλο σκέψης).

«Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα που θέτει η Μεταμόρφωση και η σύγχρονη μετεγγραφή του, είναι πολύ σημαντικό: Αν ο σύγχρονος άνθρωπος δεν αποφασίσει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο ζωής του, αν δεν επιλέξει να συγκρουστεί με το φαντασιακό σύμπαν των αστικών αξιών και να διεκδικήσει έναν άλλο τρόπο ζωής, η κατάληξη θα είναι μία κοινωνία Γκρέγκορ Σάμσα» υποστηρίζει ο σκηνοθέτης της Ομάδας Σημείο Μηδέν, Σάββας Στρούμπος, με αφορμή τη Μεταμόρφωση του Κάφκα.

Την σκηνοθετική αυτήν αντίληψη υπηρέτησε με ζήλο και άκρως ενδιαφέροντα σκηνοθετικό τρόπο ο πρωτοεμφανιζόμενος ως σκηνοθέτης (από τα παλαιότερα μέλη του θιάσου) ηθοποιός Γιώργος Μπαλιάκας, ο οποίος και καταφέρνει να μας δώσει μια από τις πιο επιτυχημένες αισθητικά παραστάσεις του θεάτρου Πήγασος: λιτή, περιεκτική, δραστική. Έστησε μια μετωπική σχεδόν παράσταση στην οποία κυριαρχούν δύο επιφάνειες στενόμακρες που τέμνονται χιαστί, στο σταυρικό σημείο των οποίων παίζεται το δράμα του Γκρέγκορ Σάμσα και της οικογένειάς του. Στα τέσσερα άκρα κυριαρχούν, δρουν και συγκρούονται οι ηθοποιοί:

Δανάη Αμανατίδου (ικανή, με ένταση και μια σπαρακτική, υποφώσκουσα λύπη στο ρόλο του Γκρέγκορ Σάμσα), ο  Χάρης Αμανατίδης (πειστικός στο ρόλο του αυταρχικού πατέρα),  Άννα Γκούντα (η καλή πλην άβουλη μητέρα) και η Χριστίνα Μπομπόλη (στο ρόλο της δεκαεπτάχρονης αδελφής Γκρέτε Σάμσα). Η διασκευή επί σκηνής λειτουργεί με το εύρημα του αφηγητή (στην παράσταση αφηγήτρια είναι η Κατερίνα Παρλίτση) επιτρέποντας έτσι στο κοινό να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον τη φρίκη της μεταμόρφωσης.

Την επιμέλεια της λειτουργικής και ευρηματικής σκηνικής εγκατάστασης είχε ο Γιώργος Μπαλιάκας ενώ για την κατασκευή του σκηνικού δούλεψαν ο Κώστας Καμπερίδης με τον Μπάμπη Μπούσιο. Έξυπνα και με γνώση τα κοστούμια  των ηρώων από την Βέτα Χαϊλατζίδου, αποδίδουν με επάρκεια τις σχέσεις εξουσίας και τις αλλαγές μεταμόρφωσης, πράγμα στο οποίο συντείνουν και οι μουσικές επιλογές του θιάσου.

Τελευταία παρατήρηση: είναι κρίμα που η παράσταση διαρκεί μόνο μία ώρα!

 

 

Η φαλακρή τραγουδίστρια

Η «Φαλακρή Τραγουδίστρια» αποτελεί μια πλούσια σε συμβολισμούς κωμωδία, μια γελοιογραφία της ακαλλιέργητης μικροαστικής σκέψης, μια περιγραφή της καθημερινότητας της μικροαστικής κοινωνίας, όπου οι πληροφορίες και η ακατάσχετη φλυαρία έχουν καταβάλει τη σκέψη.

Οι χαρακτήρες του έργου είναι θύματα της ίδιας τους της γλώσσας, αιχμάλωτοι της καθημερινότητας, δύτες στη θάλασσα της μοναξιάς, των επιφανειακών σχέσεων και των ανιαρών συνανθρώπων. Οι Σμιθ και οι Μάρτιν δεν μπορούν πια να μιλήσουν γιατί δεν μπορούν πια να σκεφτούν. δεν μπορούν πια να σκεφτούν  γ ι α τ ί  δ ε ν  μ π ο ρ ο ύ ν  πια να σ υ γ κ ι ν η θ ο ύ ν .  δεν μπορούν  πια να  ν ι ώ σ ο υ ν  π ά θ ο ς.  Δεν μπορούν πια να υπάρξουν . μπορεί να “γίνουν” οποιοιδήποτε, οτιδήποτε, γιατί έχοντας χάσει τη δική τους ταυτότητα, ντύνονται την ταυτότητα άλλων… είναι εναλλασσόμενοι. Είναι πρόσωπα χωρίς χαρακτήρα, ανδρείκελα. Άδεια πλαίσια και ο χρόνος Απών. Και στη μέση ένας Πυροσβέστης που ψάχνει απεγνωσμένα μια φωτιά – τη Ζωή.

Ο Ιονέσκο έμεινε κατάπληκτος σαν άκουσε το κοινό να γελάει με αυτό που εκείνος θεωρούσε τραγικό θέαμα της ζωής, κατάντια ενός γεμάτου απάθεια αυτοματισμού της αστικής συμβατικότητας και απολίθωση της γνώσης. Το έργο του πραγματεύεται τη μοναξιά, την απομόνωση του ανθρώπου, τη δυσκολία του να έρθει σε επαφή με τους άλλους, την καθυπόταξή του σε εξευτελιστικές εξωτερικές πιέσεις, τη μηχανική του υποταγή τόσο στις κοινωνικές πιέσεις, όσο και στις εξίσου εξευτελιστικές εσωτερικές πιέσεις της ίδιας του της προσωπικότητας, τη σεξουαλικότητα και το επακόλουθο αίσθημα ενοχής, το άγχος που προβάλλει μέσα από την αβεβαιότητα της ίδιας του της ταυτότητας, και τη βεβαιότητα του θανάτου. Είναι μια επίθεση ενάντια στον παγκόσμιο μικροαστισμό, τον πανταχού παρόντα κομφορμισμό. Εκφράζει το αίσθημα της αποξένωσης και την αδυναμία και ματαιότητα επικοινωνίας με σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπο, παρωδώντας τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και τις κοινές θεατρικές φόρμες. Απεικονίζει  έναν αποκτηνωμένο κόσμο με μηχανικούς χαρακτήρες σα μαριονέτες.  Είναι μια διαμαρτυρία ενάντια στην απουσία ουσιαστικών αξιών και την απονέκρωση του σύγχρονου, μηχανικού, αστικού πολιτισμού, όπου συντελείται ο εξευτελισμός της ζωής.

«Οι άνθρωποι στριφογυρίζουν μέσα στο κλουβί τους που είναι η γη, γιατί ξέχασαν πως μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον ουρανό».

Ε. Ιονέσκο

Σημείωμα Σκηνοθέτη

Το Θέατρο του Παραλόγου δεν ενδιαφέρεται για τη μετάδοση πληροφοριών, την  παρουσίαση προβλημάτων ή πεπρωμένων. Δε φιλονικεί γύρω από ιδεολογικές προτάσεις, δεν ενδιαφέρεται για την αναπαράσταση γεγονότων, ούτε για την αφήγηση της μοίρας ή των περιπετειών ενός ήρωα. Ενδιαφέρεται για την παρουσίαση της βασικής θέσης του ατόμου. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα που βασίζεται περισσότερο σε σχήματα από συγκεκριμένες εικόνες, παρά σε επιχειρήματα και διαλόγους που στηρίζονται στην επαγωγική λογική.

Σκοπός του συγγραφέα δεν είναι να κρύψει τους σπάγκους που κινούν τους χαρακτήρες-μαριονέτες του, αλλά να τούς κάνει επίτηδες εμφανείς, να φτάσει την καθαυτό βάση του Γκροτέσκο, να ξεπεράσει την ευφυολόγα «κωμωδία σαλονιού»,  να τα σπρώξει όλα στον παροξυσμό, να τα φτάσει στο σημείο όπου βρίσκονται οι πηγές του τραγικού. Να δημιουργήσει ένα θέατρο ωμά κωμικό. Ωμά δραματικό.

Το χιούμορ μάς κάνει να συνειδητοποιούμε, με μια ελεύθερη διαύγεια, το τραγικό. Να συνειδητοποιήσουμε το τρομερό και να γελάσουμε με αυτό, σημαίνει να κυριαρχήσουμε και να επιβληθούμε σε αυτό που είναι τρομερό. Μόνο το κωμικό μπορεί να μάς δώσει τη δύναμη να αντέξουμε την τραγωδία της ύπαρξης.

Κατερίνη, 18 Φεβρουαρίου 2017

Γιώργης Μπαλιάκας

Βιογραφικό  (E. Ιονέσκο)

Γεννήθηκε στη Σλάτινα της Ρουμανίας από Ρουμάνο πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, στις 26 Νοεμβρίου του 1909 και πέρασε την παιδική του ηλικία στη Γαλλία. Μετά τις σπουδές του στο κολέγιο, σπούδασε Γαλλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου και έγινε καθηγητής της Γαλλικής Γλώσσας. Επέστρεψε το 1938 στη Γαλλίαπροκειμένου να τελειώσει τη διδακτορική του διατριβή. Κατά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 παρέμεινε στη Μασσαλία, ενώ μετά το 1944 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία ξεκίνησε στο Βουκουρέστι, με τη δημοσίευση στίχων το 1931 και ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Όχι» (Νu 1934). Το έργο βραβεύτηκε και με το βραβείο Βασιλικών Εκδόσεων. Τα πρώτα και πιο καινοτόμα έργα του Ιονέσκο ήταν θεατρικά μονόπρακτα: «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια»

(1950), «Το Μάθημα» (1951), «Οι Καρέκλες» (1952). Ο Ιονέσκο έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1970, ενώ κέρδισε πολυάριθμα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Έφυγε από τη ζωή στις 28 Μαρτίου 1994.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *